Η άσκηση εξουσίας στην εκπαιδευτική διαδικασία δεν αποτελεί απλώς διοικητική ή πειθαρχική λειτουργία. Είναι, πρωτίστως, η ικανότητα του εκπαιδευτικού να δημιουργεί μια αίσθηση ηθικής υποβολής, μια εσωτερική αποδοχή από τους μαθητές ότι αξίζει να τον ακολουθήσουν. Σε άλλα πλαίσια, αυτό ονομάζεται ηγεσία.

Σε αυτή τη λεπτή αλλά καθοριστική διάσταση της παιδαγωγικής σχέσης γεννιέται ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο το Υπ. Παιδείας αναγνωρίζει και αξιολογεί αυτή τη μορφή εξουσίας, τη λεγόμενη «φυσική εξουσία», στο πλαίσιο της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών;

Τρεις μορφές εξουσίας

Στο σχολικό περιβάλλον μπορούν να διακριθούν τρεις βασικοί τύποι εξουσίας. Πρώτον, η φυσική εξουσία, που εδράζεται στη φωνή, στο ήθος, στον χαρακτήρα, στον ρυθμό και στο προσωπικό χάρισμα του εκπαιδευτικού. Είναι η μορφή εξουσίας που δεν επιβάλλεται, αλλά αναδύεται. Δεν απαιτεί, αλλά εμπνέει.

Δεύτερον, η θεσμική εξουσία, η οποία πηγάζει από τη θέση του εκπαιδευτικού μέσα στην ιεραρχία του σχολείου και από τον τυπικό σεβασμό που αυτή συνεπάγεται. Τρίτον, οι αυταρχικές μορφές εξουσίας, που εκφράζονται μέσα από πιεστικές, τιμωρητικές ή επιθετικές πρακτικές και, σε ακραίες περιπτώσεις, από την απλή επιβολή.

Η εμπειρία δείχνει ότι ο εκπαιδευτικός, στην προσπάθειά του να διαχειριστεί την τάξη, συχνά ακολουθεί μια άτυπη κλιμάκωση: αρχικά επιστρατεύει τη φυσική του εξουσία· όταν αυτή δεν επαρκεί, ενισχύει τη θεσμική του θέση· και, όταν και αυτό αποτυγχάνει, καταφεύγει σε αυταρχικές πρακτικές. Οι τελευταίες, όμως, δεν συνιστούν παιδαγωγική επιτυχία. Αντίθετα, αποτελούν συνήθως ένδειξη αδυναμίας οικοδόμησης ουσιαστικής σχέσης επιρροής και εμπιστοσύνης.

Τι λείπει από την αξιολόγηση

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πρόβλημα της αξιολόγησης. Τα υφιστάμενα πλαίσια του Υπουργείου φαίνεται να δίνουν έμφαση σε μετρήσιμους δείκτες: διδακτική επάρκεια, οργάνωση μαθήματος, επίδοση μαθητών, συμμόρφωση με κανονισμούς. Όμως η φυσική εξουσία —η ικανότητα δηλαδή του εκπαιδευτικού να εμπνέει, να κινητοποιεί και να δημιουργεί κλίμα εσωτερικής πειθαρχίας— παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη ή υποτιμημένη, ακριβώς επειδή δεν μετριέται εύκολα με τυποποιημένα εργαλεία.

Η απουσία ουσιαστικής αποτίμησης αυτής της διάστασης οδηγεί σε μια στρεβλή εικόνα της εκπαιδευτικής πράξης. Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να πληροί όλα τα τυπικά κριτήρια, αλλά να μην καταφέρνει να οικοδομήσει αυθεντική παιδαγωγική σχέση. Αντίθετα, ένας άλλος, με ισχυρή προσωπικότητα και παιδαγωγικό ένστικτο, μπορεί να επιτυγχάνει βαθιά μαθησιακά αποτελέσματα χωρίς να χωρά εύκολα στα τυποποιημένα «κουτάκια» της αξιολόγησης.

Προς μια ουσιαστικότερη αποτίμηση

Αν το Υπουργείο επιδιώκει πραγματικά ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης, οφείλει να επαναπροσδιορίσει τα κριτήρια αξιολόγησης, ενσωματώνοντας και ποιοτικές παραμέτρους που αποτυπώνουν τη φυσική εξουσία. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα από πολυεπίπεδες παρατηρήσεις, αναστοχαστικές διαδικασίες και πιο ουσιαστική αποτίμηση της σχέσης εκπαιδευτικού-μαθητή, όχι ως τυπικής συμμόρφωσης αλλά ως ζωντανής παιδαγωγικής δυναμικής.

Δεν πρόκειται για μια υπεράσπιση της αυθαιρεσίας ούτε για αποδυνάμωση των αντικειμενικών κριτηρίων. Πρόκειται για τη συμπλήρωσή τους με εκείνα τα στοιχεία που αποτυπώνουν την πραγματική επιρροή του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη. Διότι η εκπαιδευτική πράξη δεν εξαντλείται στη μεθοδολογία ή στην τεχνική. Περιλαμβάνει και την ικανότητα του δασκάλου να γίνεται σημείο αναφοράς.

Επίλογος

Τελικά, η εκπαίδευση δεν είναι μόνο μετάδοση γνώσεων. Είναι σχέση. Και στη σχέση αυτή, η εξουσία που εμπνέει είναι πάντοτε ανώτερη από την εξουσία που επιβάλλεται. Αν η νέα συζήτηση για τα κριτήρια αξιολόγησης θέλει να είναι ουσιαστική, οφείλει να δει και αυτό που σήμερα μένει εκτός πλαισίων: τη φυσική εξουσία του εκπαιδευτικού, δηλαδή την παιδαγωγική του ακτινοβολία.

*Εκπαιδευτικός Μέσης, M.Ed. Educational Leadership