Η πρόσφατη ανακοίνωση της Προεδρίας ότι το 81,6% των παρεμβάσεων του Προγράμματος Διακυβέρνησης έχει ήδη ολοκληρωθεί ή βρίσκεται σε πορεία υλοποίησης αποτελεί ασφαλώς θετική εξέλιξη.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επισήμανση που τη συνόδευσε: «Η συνέπεια λόγων και έργων είναι για εμάς αδιαπραγμάτευτη».

Ακριβώς αυτή η θέση δημιουργεί την προσδοκία ότι στο ποσοστό που απομένει θα βρει σύντομα τη θέση της και μία από τις σημαντικότερες εκκρεμότητες για το μέλλον της χώρας: το δημογραφικό και η ουσιαστική αλλαγή της πολιτικής στήριξης των οικογενειών με πολλά παιδιά.

Γιατί, παρά τις συνεχείς αναφορές στο δημογραφικό, δεν φαίνεται ακόμη να το έχουμε αντιμετωπίσει, ως Πολιτεία και ως κοινωνία, με τη σοβαρότητα και την προτεραιότητα που πραγματικά απαιτεί.

Αν το είχαμε πράγματι αναδείξει σε εθνική προτεραιότητα, πολλές από τις αδικίες που εξακολουθούν να υφίστανται οι μεγάλες οικογένειες θα είχαν ήδη διορθωθεί.

Δεν μπορεί η πολιτική του 2012 να αποτελεί την απάντηση του 2026

Το 2012, μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στην οικογενειακή πολιτική. Εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια απέκλεισαν σταδιακά χιλιάδες οικογένειες από την κρατική στήριξη.

Οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου μπορούν να εξηγηθούν μέσα στις εξαιρετικές οικονομικές συνθήκες της εποχής.

Αυτό που είναι πολύ δυσκολότερο να εξηγηθεί είναι γιατί, δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, περιορισμοί που επιβλήθηκαν μέσα σε μια οικονομική κρίση εξακολουθούν να αποτελούν βασικό κορμό της οικογενειακής μας πολιτικής, ενώ η χώρα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια άλλη κρίση: τη δημογραφική.

Και οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί.

Οι παροχές κοινωνικής προστασίας για την Οικογένεια/Παιδί ανέρχονταν πριν από τις περικοπές σε περίπου €367 εκατ. ετησίως. Το 2023 ήταν περίπου €283 εκατ. Δηλαδή, περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, εξακολουθούσαν να βρίσκονται περίπου €84 εκατ. χαμηλότερα από εκείνο το επίπεδο.

Δεν μπορεί επομένως το δημογραφικό να χαρακτηρίζεται εθνική προτεραιότητα μόνο στις διακηρύξεις. Η πραγματική προτεραιότητα αποτυπώνεται στη νομοθεσία, στις πολιτικές και τελικά στον κρατικό προϋπολογισμό.

Όσο μεγαλώνει η οικογένεια, τόσο αυστηρότερη η μεταχείριση

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στο πόσα δαπανούμε. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο στηρίζουμε.

Στο Επίδομα Τέκνου, για παράδειγμα, μια οικογένεια δύο γονέων με ένα παιδί έχει εισοδηματικό όριο €49.000. Για οικογένεια με τέσσερα παιδιά το όριο είναι €69.000.

Αυτό αντιστοιχεί περίπου σε €16.333 ανά μέλος στην πρώτη περίπτωση και μόλις €11.500 ανά μέλος στη δεύτερη.

Με απλά λόγια:

όσο περισσότερα παιδιά μεγαλώνει μια οικογένεια, τόσο χαμηλότερο εισόδημα ανά μέλος πρέπει να έχει για να δικαιούται στήριξη.

Ανάλογες στρεβλώσεις συναντούμε στα περιουσιακά κριτήρια, στη φοιτητική στήριξη, στη στέγαση, ακόμη και σε βασικά αγαθά όπως το νερό.

Μια εξαμελής οικογένεια δεν καταναλώνει περισσότερο νερό επειδή σπαταλά. Καταναλώνει περισσότερο επειδή στο σπίτι ζουν έξι άνθρωποι.

Αυτή ακριβώς είναι η φιλοσοφία που πρέπει να αλλάξει: κάθε πολιτική που επηρεάζει την οικογένεια πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των μελών της.

Από 10.065 πολύτεκνες οικογένειες, μόλις 3.166

Οι συνέπειες της πολιτικής που ακολουθήθηκε μετά το 2012 αποτυπώνονται και σε έναν ακόμη αριθμό.

Οι κυπριακές πολύτεκνες οικογένειες που λάμβαναν Επίδομα Τέκνου μειώθηκαν από 10.065 το 2012 σε μόλις 3.166 το 2024.

Μια μείωση σχεδόν 70%.

Δεν μειώθηκαν κατά 70% οι ανάγκες των πολύτεκνων οικογενειών.

Μειώθηκε η πρόσβασή τους στη στήριξη.

Και αυτό είναι ίσως το σημείο που πρέπει περισσότερο να μας προβληματίσει όταν την ίδια στιγμή ζητούμε από τις νέες οικογένειες να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά.

Οι γεννήσεις μάς στέλνουν ένα ακόμη μήνυμα

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η εξέλιξη των γεννήσεων ανά υπηκοότητα μητέρας.

Το 2013 καταγράφηκαν 6.728 γεννήσεις από Κύπριες μητέρες και 937 από μητέρες υπηκόους χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2024 οι πρώτες μειώθηκαν στις 6.111, ενώ οι δεύτερες αυξήθηκαν στις 2.484.

Δηλαδή, σε έντεκα χρόνια οι γεννήσεις από Κύπριες μητέρες μειώθηκαν περίπου κατά 9%, ενώ εκείνες από μητέρες υπηκόους τρίτων χωρών αυξήθηκαν περίπου κατά 165%.

Η αναφορά αυτή δεν γίνεται για να δημιουργήσει οποιαδήποτε αντιπαράθεση μεταξύ Κυπρίων και αλλοδαπών οικογενειών. Κάθε παιδί που γεννιέται και μεγαλώνει στην Κύπρο αποτελεί μέρος της κοινωνίας μας.

Θέτει όμως ένα σοβαρό ερώτημα πολιτικής:

ποιοι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες επιτρέπουν σε μια οικογένεια να προχωρήσει στην απόκτηση περισσότερων παιδιών και ποιοι λειτουργούν αποτρεπτικά;

Η οικονομική ασφάλεια, η στέγαση, το κόστος ανατροφής και η πρόσβαση στη στήριξη δεν μπορούν να θεωρούνται άσχετα με την απόφαση ενός ζευγαριού να αποκτήσει δεύτερο, τρίτο ή τέταρτο παιδί.

Το συνταξιοδοτικό μάς δείχνει γιατί δεν έχουμε άλλο χρόνο

Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος αποτελεί ίσως την καλύτερη απόδειξη ότι το δημογραφικό δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό ζήτημα.

Είναι οικονομικό, αναπτυξιακό και ασφαλιστικό ζήτημα.

Οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τους σημερινούς συνταξιούχους.

Οι σημερινές οικογένειες, όμως, μεγαλώνουν τους αυριανούς εργαζομένους, φορολογουμένους και εισφορείς.

Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού για το 2040 και το 2050 χωρίς να αναρωτιόμαστε ποιοι θα εργάζονται και θα εισφέρουν τότε.

Η οικογενειακή πολιτική επομένως δεν είναι απλώς κοινωνική δαπάνη.

Είναι επένδυση στη μελλοντική βιωσιμότητα της χώρας.

Στο 81,6% υπάρχει ακόμη μια σημαντική εκκρεμότητα

Γι' αυτό η ανακοίνωση της Προεδρίας για το 81,6% δημιουργεί εύλογη προσδοκία και για όσα σημαντικά απομένουν.

Ανάμεσά τους βρίσκεται μια ιδιαίτερα σημαντική προεκλογική δέσμευση προς τις πολύτεκνες οικογένειες: η κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων και η πλήρης πρόσβαση όλων των πολύτεκνων οικογενειών στην κρατική στήριξη.

Και εδώ πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η καθυστέρηση δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εκκρεμότητα σε έναν κατάλογο προεκλογικών δεσμεύσεων.

Στην πράξη σημαίνει ότι οικογένειες που η ίδια η δέσμευση αναγνώρισε πως πρέπει να στηριχθούν εξακολουθούν, χρόνο με τον χρόνο, να στερούνται αυτής της στήριξης.

Είναι οικογένειες που μεγαλώνουν παιδιά, σπουδάζουν παιδιά, αντιμετωπίζουν αυξημένες ανάγκες στέγασης, διατροφής και καθημερινής διαβίωσης.

Ούτε έπαψαν να είναι πολύτεκνες επειδή το εισόδημά τους ξεπέρασε ένα όριο που καθορίστηκε πριν από δεκατέσσερα χρόνια, ούτε μειώθηκαν οι ανάγκες των παιδιών τους επειδή οι γονείς εργάστηκαν περισσότερο και κατάφεραν να αυξήσουν το εισόδημά τους.

Κάθε χρόνος καθυστέρησης, λοιπόν, είναι ένας ακόμη χρόνος κατά τον οποίο αυτές οι οικογένειες παραμένουν χωρίς τη στήριξη που αναμένουν και έχουν ανάγκη.

Η υπενθύμιση της συγκεκριμένης δέσμευσης δεν αποτελεί αντιπαράθεση με τον Πρόεδρο ή την Κυβέρνηση.

Αντίθετα, αποτελεί προσδοκία ότι μια δέσμευση που αναγνώρισε ένα υπαρκτό πρόβλημα θα μετατραπεί σε πράξη μέσα στην παρούσα διακυβέρνηση.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες για να αποδειχθεί στην πράξη ότι το δημογραφικό πέρασε από τις διαπιστώσεις στις πραγματικές προτεραιότητες της Πολιτείας.

Το 2012 η Κύπρος πήρε δύσκολες αποφάσεις για να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση.

Το 2026 χρειάζεται την ίδια αποφασιστικότητα για να αντιμετωπίσει τη δημογραφική.

Και αυτή τη φορά οι οικογένειες που μεγαλώνουν περισσότερα παιδιά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δημοσιονομικό βάρος.

Πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μέρος της λύσης.