Από το Ταλμούδ στην «Πρωινή» του 1935: η δίκη του Ιησού και η ταπεινότητα του Δικαίου

Διαβάζοντας ανάρτηση του καθηγητή Νομικής Αχιλλέα Αιμιλιανίδη (13/4/26), η οποία παρέπεμπε στο κείμενο «Η αρχιτεκτονική της αμφιβολίας στο ταλμουδικό δίκαιο», στάθηκα στη σκέψη ότι στο Ταλμούδ η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία της κρίσης, αλλά θεσμική εγγύηση. Ιδίως στις κεφαλικές υποθέσεις, το δίκαιο οργανώνεται ώστε να επιβραδύνει την καταδίκη, να αναζητεί ενεργά τον αθωωτικό λόγο και να δυσπιστεί απέναντι στην εύκολη βεβαιότητα.

Αυτό το ερέθισμα σκέψης με οδήγησε να ξαναδώ ένα κυπριακό δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρωινή», της 25ης Απριλίου 1935, με τίτλο «Η νομική άποψις διά την δίκην του Ιησού» και υπότιτλο «Άδικος αλλά νόμιμος απόφασις».

Ο υπότιτλος αυτός είναι από μόνος του ένα πυκνό νομικό και ηθικό πρόβλημα. Μπορεί μια απόφαση να είναι νόμιμη και ταυτόχρονα άδικη; Μπορεί η διαδικασία να διασώζει τον τύπο, ενώ η ουσία της Δικαιοσύνης έχει ήδη ακυρωθεί; Μπορεί ο νόμος να χρησιμοποιηθεί όχι ως ανάχωμα στην αυθαιρεσία, αλλά ως το πιο επίσημο ένδυμά της;

Το ίδιο ερώτημα, με διαφορετική αφετηρία, είχε θέσει και ο έγκριτος νομικός Λουκής Λουκαΐδηςστο άρθρο του «Το νόμιμο είναι και δίκαιο;», που δημοσιεύθηκε στον «Φ» την 1η Μαρτίου 2020. Ο Λουκαΐδης υπενθυμίζει ότι το νόμιμο δεν ταυτίζεται πάντοτε με το δίκαιο και ότι η τυπική νομιμότητα δεν αρκεί, όταν αποκόπτεται από την ουσία της δικαιοσύνης. Η παρατήρηση αυτή λειτουργεί εδώ ως ανεξάρτητη νομική γέφυρα προς το παλαιό δημοσίευμα της «Πρωινής», όπου η δίκη του Ιησού παρουσιάζεται ακριβώς ως περίπτωση απόφασης που διεκδικούσε νομιμότητα, αλλά παρέμενε βαθιά άδικη.

Το άρθρο της «Πρωινής» φαίνεται να επιχειρεί ακριβώς αυτό: να μεταφέρει τη δίκη του Ιησού από το στενά θρησκευτικό πεδίο στο πεδίο της νομικής κρίσης. Δεν βλέπει μόνο το Θείο Πάθος, βλέπει μια διαδικασία, μια κατηγορία, μια εξουσία που αποφασίζει, έναν διοικητή που διστάζει, ένα πλήθος που πιέζει και μια καταδίκη που ζητά να εμφανιστεί ως νόμιμη.

Η συνέχεια του δημοσιεύματος ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την ανάγνωση. Η «Πρωινή» δεν περιορίζεται σε ηθική καταγγελία. Παραθέτει την απόφαση σχεδόν ως δικαστικό κείμενο: με αρχή που αποφασίζει, χρόνο, τόπο, κατηγορίες, μάρτυρες και τρόπο εκτέλεσης. Δηλαδή δείχνει ότι η καταδίκη δεν παρουσιάζεται ως πράξη άτακτης βίας, αλλά ως πράξη με νομικό περίβλημα.

Κι ακριβώς εκεί βρίσκεται η οξύτητα του ζητήματος. Η αδικία γίνεται πιο επικίνδυνη όταν δεν εμφανίζεται ως ωμή αυθαιρεσία, αλλά ως κανονική, τεκμηριωμένη και εκτελεστή απόφαση.

Η δίκη του Ιησού, ιδωμένη μέσα από αυτή την οπτική, δεν είναι μόνο γεγονός πίστης. Είναι υπόθεση εξουσίας, δικαιοδοσίας, ευθύνης και θεσμικής αποτυχίας. Το τραγικό της βάρος δεν βρίσκεται μόνο στην καταδίκη ενός αθώου. Βρίσκεται στο ότι η καταδίκη αυτή επιχειρήθηκε να ντυθεί με τον μανδύα της νομιμότητας.

Εδώ συναντάται το παλαιό δημοσίευμα του 1935 με τη σκέψη γύρω από το Ταλμουδικό δίκαιο. Στην παράδοση της ερμηνευτικής διαφωνίας, η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία του δικαίου. Είναι όρος σοβαρότητας. Ο δικαστής, ο ερμηνευτής, ο θεσμός, δεν μεγαλώνει επειδή εμφανίζεται αλάνθαστος, μεγαλώνει όταν γνωρίζει ότι μπορεί να σφάλλει.

Στη δίκη του Ιησού, αυτό ακριβώς φαίνεται να απουσιάζει: η θεσμική ταπεινότητα. Ο Πιλάτος γνωρίζει αλλά υποχωρεί. Το πλήθος φωνάζει αλλά δεν κρίνει. Η εξουσία αποφασίζει αλλά αποποιείται την ευθύνη. Η διαδικασία κινείται, αλλά η αλήθεια μένει εκτός προστασίας.

Γι’ αυτό το παλαιό πρωτοσέλιδο δεν είναι απλώς ένα πασχαλινό άρθρο του 1935. Είναι τεκμήριο μιας δημόσιας σκέψης που τολμούσε να αντιμετωπίσει τη Σταύρωση και ως νομικό δράμα. Μας θυμίζει ότι οι παλιές εφημερίδες δεν είναι μόνο αποθήκες ειδήσεων. Είναι αρχεία σκέψης. Φυλάσσουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία κατανοούσε τη δικαιοσύνη, την ευθύνη, την εξουσία και την αδικία.

Ως ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης του Τύπου, με ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η συνάντηση: ένα παλαιό δημοσίευμα, μια σύγχρονη νομική σκέψη και ένα διαχρονικό ερώτημα. Πότε ο νόμος υπηρετεί τη Δικαιοσύνη και πότε την υποκαθιστά; Πότε η νομιμότητα γίνεται εγγύηση και πότε γίνεται άλλοθι;

Η παλιά διατύπωση της «Πρωινής», ότι επρόκειτο για μια απόφαση άδικη, έστω κι αν παρουσιαζόταν ως νόμιμη, συμπυκνώνει όλο το διαχρονικό πρόβλημα του δικαίου.

Ίσως τελικά η δίκη του Ιησού να παραμένει επίκαιρη όχι μόνο επειδή αφορά την πίστη, αλλά επειδή αφορά την πιο δύσκολη δοκιμασία κάθε έννομης τάξης: να μη συγχέει την ισχύ της απόφασης με την αλήθεια της κρίσης.

Η Δικαιοσύνη δεν σώζεται από τη βεβαιότητα των θεσμών. Σώζεται από την ταπεινότητά τους. Από την ικανότητά τους να ακούνε, να ερμηνεύουν, να αμφιβάλλουν και, κυρίως, να γνωρίζουν ότι ακόμη και μια «νόμιμη» απόφαση μπορεί να μείνει στην ιστορία ως βαθιά άδικη.

Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη

Ιστοριοδίφη της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου