Η απίστευτη μαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Edward Daniel Clarke το 1801 αποκαλύπτει ότι οι Λευκωσιάτες είχαν μάθει να παρακάμπτουν τις απαγορεύσεις πολύ πριν αυτό γίνει κυπριακή παράδοση

Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη*

Το καλοκαίρι του 1801, ο Άγγλος περιηγητής Edward Daniel Clarke βρέθηκε στη Λευκωσία, την πρωτεύουσα της οθωμανικής Κύπρου.

Η πόλη ήταν ακόμη ασφυκτικά δεμένη με τα ενετικά της τείχη. Οι πύλες άνοιγαν με την αυγή και έκλειναν με τη δύση του ηλίου. Μέσα στα τείχη βρίσκονταν η διοίκηση, οι αγορές, τα αρχοντικά και τα θρησκευτικά κέντρα. Έξω απλωνόταν η ύπαιθρος.

Μουχασίλης της Κύπρου εκείνη την περίοδο φαίνεται πως ήταν ο Χατζή Χουσεΐν Αγάς, ο οποίος διοικούσε το νησί εκ μέρους της Υψηλής Πύλης. Την ίδια εποχή, τεράστια επιρροή ασκούσε και ο δραγομάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος, ο άνθρωπος που ουσιαστικά διαχειριζόταν μεγάλο μέρος των υποθέσεων της Κύπρου.

Ο Clarke, όμως, δεν κατέγραψε πολιτικά γεγονότα.

Κατέγραψε ανθρώπους.

Και αυτό είναι που κάνει τη μαρτυρία του τόσο πολύτιμη.

Κάποια μέρα είδε μπροστά του μια αλλόκοτη πομπή να κατευθύνεται έξω από τη Λευκωσία.

Γυναίκες ντυμένες στα λευκά. Άλλες έκλαιγαν. Άλλες φώναζαν. Άλλες θρηνούσαν σαν να συνόδευαν νεκρό. Γύρω τους συγγενείς, φίλοι και περίεργοι παρακολουθούσαν το θέαμα.

Στο κέντρο της πομπής, ένας Οθωμανός αξιωματούχος καβάλα σε γαϊδούρι κάπνιζε ατάραχος το τσιμπούκι του.

Όταν ο Άγγλος ταξιδιώτης ρώτησε τι συνέβαινε, έλαβε μια απρόσμενη απάντηση.

Οι γυναίκες αυτές ήταν οι πόρνες της Λευκωσίας.

Οι αρχές είχαν αποφασίσει ότι δεν έπρεπε πλέον να κατοικούν μέσα στα τείχη και διέταξαν την απομάκρυνσή τους εκτός πόλης.

Ο Μουχασίλης πιθανότατα θεώρησε ότι είχε λύσει ένα κοινωνικό πρόβλημα.

Οι Λευκωσιάτες, όμως, είχαν διαφορετική άποψη.

Διότι πολύ σύντομα αποδείχθηκε ότι μπορείς να διώξεις τις πόρνες από μια πόλη, αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο να διώξεις από αυτές όσους επιθυμούν να τις επισκέπτονται.

Έτσι, σιγά σιγά, η ζωή άρχισε να μεταφέρεται έξω από τα τείχη.

Καθώς πλησίαζε το σούρουπο, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειπαν τη Λευκωσία και κατευθύνονταν προς τις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί οι εξόριστες γυναίκες. Έμποροι, τεχνίτες, νεαροί, ταξιδιώτες, περίεργοι και κάθε λογής νυχτοπερπατητές.

Η πόλη άδειαζε.

Η νύχτα μετακόμιζε.

Και η διασκέδαση εγκαθίστατο ακριβώς εκεί όπου οι αρχές προσπαθούσαν να την απομακρύνουν.

Η ιστορία αυτή δεν είναι απλώς μια γραφική λεπτομέρεια της οθωμανικής Λευκωσίας.

Είναι ίσως μία από τις παλαιότερες αποδείξεις ότι οι κάτοικοι αυτής της πόλης αντιμετώπιζαν πάντοτε τις απαγορεύσεις με μια δόση χιούμορ, πείσματος και πρακτικότητας.

Ο Μουχασίλης Χατζή Χουσεΐν Αγάς πίστεψε ότι απομάκρυνε το πρόβλημα.

Αυτό που κατάφερε τελικά ήταν να μετακινήσει ολόκληρη τη νυχτερινή ζωή της πόλης λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα.

Και ίσως γι’ αυτό η μαρτυρία του Edward Daniel Clarke, η οποία διασώζεται σήμερα και μέσα από τις συλλογές του Κέντρου Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας (CVAR), εξακολουθεί να γοητεύει.

Δεν μας μιλά για πολέμους, αυτοκρατορίες ή συνθήκες.

Μας δείχνει τους ανθρώπους της Λευκωσίας όπως πραγματικά ήταν.

Κοινωνικούς.

Εφευρετικούς.

Απείθαρχους.

Και με μια σχεδόν έμφυτη ικανότητα να μετατρέπουν κάθε απαγόρευση σε ευκαιρία για βόλτα.

Διακόσια είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, οι πύλες μπορεί να μην κλείνουν πια.

Αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι άλλαξε και πολύ ο χαρακτήρας των Λευκωσιατών.








* Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης του κυπριακού εφημεριδικού Τύπου και ερευνητής ιστορικών τεκμηρίων της Κύπρου.

 

Πηγές: Edward Daniel Clarke, Travels in Various Countries of Europe, Asia and Africa, περιγραφή της επίσκεψής του στη Λευκωσία το 1801./CVAR – Centre of Visual Arts and Research⁠, «The English Traveller Edward Daniel Clarke visited Cyprus in 1801»./George Jeffery, A Description of the Historic Monuments of Cyprus./Sir Harry Luke, Cyprus Under the Turks 1571–1878./Κυπριακές και τουρκοκυπριακές μελέτες για τη διοίκηση της Κύπρου κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και τη θητεία του Μουχασίλη Χατζή Χουσεΐν Αγά (1799–1802).

Διαβάστε επίσης: ΦΩΤΟ: Τους τσάκωσε η ΥΚΑΝ με 2,1 κιλά παπαρούνας – Χειροπέδες σε δύο άτομα