Μια τρυφερή αναδρομή στις ατάκες που έκαναν τα Μουντιάλ λίγο πιο κυπριακά

Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη*

Κάθε χώρα έχει τους θρύλους της.

Οι Βραζιλιάνοι έχουν τον Πελέ.

Οι Αργεντινοί τον Μαραντόνα.

Οι Γερμανοί τον Μπεκενμπάουερ.

Και εμείς έχουμε τον Ανδρέα Πογιατζή.

Έναν άνθρωπο που κατάφερε να κάνει τα Μουντιάλ ακόμη πιο αξέχαστα από ό,τι ήταν ήδη.

Για όσους μεγάλωσαν τις δεκαετίες του 1980, του 1990 και των αρχών του 2000, τα Παγκόσμια Κύπελλα δεν ήταν μόνο οι εικόνες από το Μεξικό, την Ιταλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη Γαλλία. Ήταν και μια γνώριμη φωνή που έμπαινε στο σαλόνι του σπιτιού και γινόταν μέρος της εμπειρίας.

Πάρτε για παράδειγμα τη φράση που έμεινε στην ποδοσφαιρική λαογραφία:

«Κέρδισε κόρνερ σε ευνοϊκή θέση.»

Μόλις ακούστηκε, οι νόμοι της γεωμετρίας υπέβαλαν την παραίτησή τους.

Διότι όλοι γνωρίζουμε ότι το κόρνερ εκτελείται από μία και μόνο θέση. Εκτός αν ο Πογιατζής είχε ανακαλύψει κρυφές γωνίες του γηπέδου που παρέμεναν άγνωστες στη FIFA.

Αλλά αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Σε άλλο αγώνα, οι τηλεθεατές πληροφορήθηκαν ότι στις κερκίδες βρισκόταν ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν.

Μικρή λεπτομέρεια:

Ο Μιτεράν είχε ήδη πεθάνει χρόνια προηγουμένως.

Για λίγα δευτερόλεπτα, χιλιάδες Κύπριοι αναρωτήθηκαν αν παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο ή επεισόδιο των X-Files.

Και έπειτα ήρθε η κορυφαία στιγμή.

Ο τέταρτος διαιτητής σηκώνει τον ηλεκτρονικό πίνακα.

Εμφανίζεται ο αριθμός «1».

Όλος ο πλανήτης καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ένα λεπτό καθυστερήσεων.

Όλος ο πλανήτης εκτός από έναν.

Ο Πογιατζής κοιτάζει τον πίνακα και αναγγέλλει με ενθουσιασμό ότι πρόκειται να δούμε κάτι πρωτοφανές.

Οι τηλεθεατές κολλούν στις οθόνες.

Τι θα συμβεί;

Θα αποβληθεί προπονητής;

Θα διακοπεί ο αγώνας;

Θα προσγειωθεί UFO στο κέντρο του γηπέδου;

Τελικά, όπως λέει ο μύθος, είχε εκλάβει το «1» των καθυστερήσεων ως αλλαγή του τερματοφύλακα με το νούμερο 1.

Για μερικά μαγικά δευτερόλεπτα, ολόκληρη η Κύπρος πίστεψε ότι ερχόταν η πιο επαναστατική τακτική κίνηση στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Μετά ο αγώνας έληξε κανονικά.

Χωρίς αλλαγή.

Χωρίς τερματοφύλακα.

Χωρίς επανάσταση.

Αλλά με μια ακόμη ιστορία που πέρασε από γενιά σε γενιά.

Βεβαίως, όπως συμβαίνει με κάθε λαϊκό θρύλο, έτσι και στην περίπτωση του Ανδρέα Πογιατζή χρειάζεται μια μικρή δόση ιστορικής επιφύλαξης. Αρκετές από τις διάσημες ατάκες που του αποδίδονται κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες από στόμα σε στόμα και δεν είναι πάντοτε εύκολο να επιβεβαιωθεί αν ειπώθηκαν ακριβώς όπως τις θυμόμαστε σήμερα. Κάποιες πιθανόν να διανθίστηκαν με τα χρόνια, άλλες να παραφράστηκαν και ορισμένες ίσως να αποδόθηκαν στον ίδιο επειδή ταίριαζαν απόλυτα με τον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά του.

Όμως η ακρίβεια των λέξεων δεν είναι τελικά το σημαντικότερο.

Σημασία έχει ότι ο Ανδρέας Πογιατζής κατάφερε κάτι που ελάχιστοι αθλητικοί σχολιαστές πετυχαίνουν: να ξεπεράσει τον ρόλο του εκφωνητή και να γίνει κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενός ολόκληρου λαού.

Στην Ελλάδα, ο Γιάννης Διακογιάννης έγινε θρύλος χάρη στη μοναδική του φωνή, τη γνώση και την ικανότητά του να μετατρέπει τις μεγάλες αθλητικές στιγμές σε ζωντανή ιστορία. Οι περιγραφές του συνόδευσαν θριάμβους, απογοητεύσεις και στιγμές που χαράχθηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη των Ελλήνων φιλάθλων.

Στην Κύπρο, ο Πογιατζής ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.

Δεν έγινε θρύλος επειδή περιέγραψε απλώς τους αγώνες.

Έγινε θρύλος επειδή έγινε μέρος τους.

Οι ποδοσφαιρικές ομάδες κατεβαίνουν στο γήπεδο με έντεκα παίκτες.

Στα Μουντιάλ που παρακολουθούσαμε από την κυπριακή τηλεόραση υπήρχε συχνά και ένας δωδέκατος.

Ο Ανδρέας Πογιατζής.

Άλλοι εκφωνητές περιέγραφαν τον αγώνα.

Ο Πογιατζής έμοιαζε να παίζει μέσα σε αυτόν.

Και κάπου ανάμεσα στις φάσεις, στα γκολ και στις ατάκες που έγιναν θρύλος, κατάφερε να κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη των Κυπρίων φιλάθλων.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του.

Γιατί τα Μουντιάλ μάς χάρισαν τον Πελέ, τον Μαραντόνα, τον Μπεκενμπάουερ, τον Ρονάλντο και τον Ζιντάν.

Εμείς όμως είχαμε και τον Ανδρέα Πογιατζή.

Και γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί χαμόγελα.

Όχι από κακία.

Όχι από χλευασμό.

Αλλά από αγάπη για μια εποχή πιο αθώα, πιο συλλογική και πιο ανθρώπινη. Μια εποχή όπου όλη η γειτονιά έβλεπε τον ίδιο αγώνα, σχολίαζε τις ίδιες φάσεις και γελούσε με τις ίδιες ατάκες.

Να είναι πάντα καλά, να χαίρεται την οικογένειά του και να γνωρίζει πως, είτε το επιδίωξε είτε όχι, άφησε το δικό του ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ποδοσφαιρική και τηλεοπτική ιστορία της Κύπρου.

Ευχαριστούμε, Αντρέα.

Γιατί μπορεί να μη θυμόμαστε όλα τα γκολ των Μουντιάλ, αλλά τις ιστορίες που συνόδευσαν τα βράδια εκείνα δεν θα τις ξεχάσουμε ποτέ.







*Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης του κυπριακού εφημεριδικού Τύπου και ερευνητής ιστορικών τεκμηρίων της Κύπρου.