Το πρώτο κεφάλαιο ενός από τα δημοφιλέστερα γαλλικά ταξιδιωτικά έργα του 18ου αιώνα είναι αφιερωμένο στην Κύπρο. Η επιστολή, με ημερομηνία «Λευκωσία, 30 Οκτωβρίου 1753», γνώρισε δεκάδες εκδόσεις και επί πολλές δεκαετίες συνέβαλε στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής εικόνας για το νησί.

«Nicosie, le 30 Octobre 1753».

«Λευκωσία, 30 Οκτωβρίου 1753».

Με αυτές τις λίγες λέξεις αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο ενός από τα σημαντικότερα γαλλικά ταξιδιωτικά έργα του 18ου αιώνα.

Για τους αναγνώστες της εποχής, αυτή ήταν η πρώτη τους γνωριμία με την Κύπρο.

Πριν υπάρξουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, τα ντοκιμαντέρ και το διαδίκτυο, οι Ευρωπαίοι γνώριζαν τον κόσμο μέσα από βιβλία.

Και λίγα βιβλία γνώρισαν τέτοια επιτυχία όσο το Le Voyageur François, ou la Connoissance de l’Ancien et du Nouveau Monde («Ο Γάλλος Ταξιδιώτης ή η Γνώση του Παλαιού και του Νέου Κόσμου»), που επιμελήθηκε ο Γάλλος λόγιος Abbé Joseph de La Porte.

Το έργο άρχισε να εκδίδεται στα μέσα του 18ου αιώνα και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες ταξιδιωτικές εγκυκλοπαίδειες της εποχής του Διαφωτισμού, φτάνοντας τελικά τους 42 τόμους. Μέσα από τις σελίδες του, χιλιάδες αναγνώστες γνώρισαν χώρες που πιθανότατα δεν θα επισκέπτονταν ποτέ.

Κι όμως, το πρώτο μεγάλο ταξίδι του έργου δεν ξεκινά από το Παρίσι, τη Ρώμη, το Λονδίνο ή την Κωνσταντινούπολη.

Ξεκινά από την Κύπρο.

Ανοίγοντας τον πρώτο τόμο της τέταρτης έκδοσης του 1772, ο αναγνώστης συναντά αυτή την επιστολή από τη Λευκωσία και ξεκινά μαζί της ένα εκτενές οδοιπορικό αφιερωμένο αποκλειστικά στο νησί.

Για τον σημερινό αναγνώστη ίσως αυτό να μη σημαίνει πολλά.

Για έναν Γάλλο του 18ου αιώνα όμως, ήταν η πρώτη γνωριμία με μια Κύπρο που βρισκόταν τότε υπό οθωμανική κυριαρχία, γεμάτη μύθους, αρχαιότητες, μοναστήρια, παράξενα φυσικά φαινόμενα και ιστορίες που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον θρύλο.

Ο Abbé de La Porte δεν ήταν ο ίδιος περιηγητής. Υπήρξε όμως ένας εξαιρετικός επιμελητής και συλλέκτης ταξιδιωτικών αφηγήσεων. Συγκέντρωνε επιστολές, ημερολόγια και περιγραφές διπλωματών, εμπόρων, ιεραποστόλων και ταξιδιωτών, μετατρέποντάς τες σε ένα ενιαίο έργο που γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεγάλη απήχηση στη Γαλλία.

Το αντίτυπο που έχω σήμερα στα χέρια μου είναι η τέταρτη έκδοση του πρώτου τόμου, τυπωμένη στο Παρίσι το 1772.

Και όσο ξεφυλλίζει κανείς τις σελίδες του, αντιλαμβάνεται ότι δεν κρατά απλώς ένα παλιό βιβλίο.

Κρατά μια χρονοκάψουλα.

Στις επόμενες σελίδες εμφανίζονται ιστορίες για βαρέλια κρασιού που ωρίμαζαν επί έναν αιώνα, για θαυματουργές πηγές που ανακαλύφθηκαν από έναν σκύλο, για απολιθωμένα ανθρώπινα οστά, για γάτες που πολεμούσαν τα φίδια, για ακρίδες που εξαφανίστηκαν χάρη σε σμήνη πουλιών, για αναζητήσεις διαμαντιών στην Πάφο και για δεκάδες ακόμη αφηγήσεις που σήμερα έχουν σχεδόν ξεχαστεί.

Δεν γνωρίζουμε αν κάθε λεπτομέρεια της επιστολής ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Όπως συμβαίνει με πολλά ταξιδιωτικά κείμενα του 18ου αιώνα, ορισμένες αφηγήσεις συνδυάζουν προσωπικές παρατηρήσεις, τοπικές παραδόσεις και πληροφορίες που κυκλοφορούσαν την εποχή.

Ακριβώς όμως εκεί βρίσκεται η ιστορική τους αξία.

Δεν μας δείχνουν μόνο πώς ήταν η Κύπρος.

Μας δείχνουν πώς έβλεπε την Κύπρο η Ευρώπη πριν από περισσότερα από 250 χρόνια.

Και ίσως αυτό να είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Στις επόμενες εβδομάδες/μηνες, το «Παλαιολόγιο» θα παρουσιάσει μία προς μία τις πιο εντυπωσιακές ιστορίες που κρύβονται μέσα σε αυτή την ξεχασμένη επιστολή από τη Λευκωσία.

Ιστορίες για ανθρώπους, τόπους, θρύλους και έθιμα που περίμεναν σχεδόν δυόμισι αιώνες για να διαβαστούν ξανά.

Πηγή: CVAR – Centre of Visual Arts and Research / Ίδρυμα Κώστα και Ρίτας Σεβέρη:

Joseph de La Porte, Le Voyageur François, ou la Connoissance de l’Ancien et du Nouveau Monde, mis au jour par M. l’Abbé Delaporte, Tome Premier, quatrième édition revue, corrigée et augmentée, Paris, chez L. Cellot, 1772. Πρωτότυπο αντίτυπο στη Βιβλιοθήκη του CVAR

* Ο Κρίστοφερ Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης της συλλογικής μνήμης και ερευνητής ιστορικών τεκμηρίων.