Τον θυμάμαι. Και είμαι βέβαιος ότι τον θυμάστε κι εσείς.

Ένα αγοράκι με μεγάλα, θλιμμένα μάτια, δάκρυα στα μάγουλα και εκείνο το βλέμμα που σε ακολουθούσε σχεδόν μέσα στο δωμάτιο. Δεν ξέραμε πώς λεγόταν. Δεν ξέραμε ποιος το ζωγράφισε. Δεν ξέραμε καν αν ήταν πραγματικό παιδί. Ξέραμε μόνο ότι έκλαιγε.

Και ήταν παντού.

Στα σπίτια μας, στα σπίτια συγγενών, σε σαλόνια που άνοιγαν μόνο όταν είχαμε επισκέψεις. Δίπλα στα σεμέν, στις βιτρίνες με τα «καλά» ποτήρια, στις φωτογραφίες γάμων και στα βαριά ξύλινα έπιπλα. Ήταν τόσο συνηθισμένο θέαμα, που κανείς δεν αναρωτιόταν γιατί έκλαιγε.

Μέχρι που, πολλά χρόνια αργότερα, ανακάλυψα ότι στην Αγγλία κάποιοι είχαν δώσει τη δική τους απάντηση: έκλαιγε γιατί ήταν καταραμένος.

Ή τουλάχιστον αυτό πίστεψαν.

Το Crying Boy δεν ήταν στην πραγματικότητα ένας μοναδικός πίνακας. Ήταν μέρος μιας σειράς πορτρέτων θλιμμένων και δακρυσμένων παιδιών που κυκλοφόρησαν μαζικά ως φθηνές αναπαραγωγές. Η γνωστότερη σειρά συνδέθηκε με την υπογραφή Bragolin.

Ήταν η τέχνη του καθημερινού σπιτιού. Προσιτή, συναισθηματική, λίγο μελό. Και στην Κύπρο βρήκε το ιδανικό της σπίτι.

Μέχρι εδώ, τίποτε το περίεργο.

Το περίεργο αρχίζει τον Σεπτέμβριο του 1985.

Ένα σπίτι καίγεται

Στο Rotherham της Αγγλίας, το σπίτι των Ron και May Hall έπιασε φωτιά. Η αιτία ήταν όσο πιο πεζή μπορούσε να είναι: ένα τηγάνι στην κουζίνα. Το σπίτι υπέστη σοβαρές ζημιές. Μέσα όμως στα αποκαΐδια βρέθηκε κάτι που είχε επιβιώσει.

Το παιδάκι.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1985 η βρετανική Sun δημοσίευσε την ιστορία με έναν τίτλο που έκανε όλη τη δουλειά: «Blazing Curse of the Crying Boy». Η «φλεγόμενη κατάρα του παιδιού που κλαίει».

Και τότε συνέβη αυτό που συμβαίνει συνήθως όταν μια καλή ιστορία συναντήσει τον ανθρώπινο φόβο. Άρχισαν τα τηλεφωνήματα. Κι άλλοι άνθρωποι θυμήθηκαν πυρκαγιές. Κι άλλοι είχαν τον ίδιο πίνακα. Κι άλλοι υποστήριζαν ότι τα πάντα γύρω του είχαν καεί, ενώ το παιδί είχε μείνει άθικτο.

Οι πυροσβέστες δεν μιλούσαν για κατάρες. Οι φωτιές είχαν συνηθισμένες αιτίες: θερμάστρες, τσιγάρα, μαγειρικά σκεύη, ανθρώπινα λάθη. Αλλά ποιος ακούει μια πεζή εξήγηση όταν απέναντί της έχει μια κατάρα;

Η Sun συνέχισε να δημοσιεύει ιστορίες για περίπου έξι εβδομάδες και τελικά κάλεσε τους αναγνώστες που φοβούνταν τον πίνακα να της τον στείλουν.

Και τον έστειλαν.

Έναν, δέκα, εκατό, χίλιους.

Στο τέλος, στα γραφεία της εφημερίδας είχαν συγκεντρωθεί περίπου 2.500 Crying Boys. Η έρευνα του David Clarke καταγράφει ότι στις 30 Οκτωβρίου δύο βαν έφυγαν από τα γραφεία της Sun φορτωμένα με τα prints και τα μετέφεραν σε μια μεγάλη αυτοσχέδια πυρά κοντά στο Reading.

Και εκεί τα έκαψαν.

Δυόμισι χιλιάδες παιδιά που έκλαιγαν, μέσα σε μία τεράστια φωτιά.

Την επομένη ήταν Halloween. Η Sun ανακοίνωσε: «Sun nails curse of the weeping boy for good». Η κατάρα, υποτίθεται, είχε τελειώσει.

Υπάρχει φωτογραφία από εκείνη την ημέρα. Και όταν την είδα, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα δεν ήταν ούτε την Αγγλία ούτε τη Sun.

Σκέφτηκα την Κύπρο.

Γιατί την ίδια εποχή που στην Αγγλία έβγαζαν τρομαγμένοι τον πίνακα από τον τοίχο, σε κάποιο σπίτι στη Λευκωσία, στη Λεμεσό, στη Λάρνακα, στην Πάφο ή σε κάποιο χωριό της Κύπρου, το ίδιο παιδάκι εξακολουθούσε να κρέμεται ανενόχλητο πάνω από το σκρίνιο.

Το «X-File» του παιδιού που έκλαιγε

Και η ιστορία δεν πέθανε μαζί με τους 2.500 πίνακες. Χρόνια αργότερα πέρασε και στην τηλεόραση.

Το Επεισόδιο 4 του Britain’s X-Files αφιέρωσε μέρος του στο Crying Boy. Ξαναγύρισε στην πυρκαγιά του Rotherham, στα πρωτοσέλιδα της Sun, στον πανικό των αναγνωστών και στην τεράστια πυρά των αντιτύπων. Το ίδιο επεισόδιο περιγράφει πώς περισσότεροι από 2.000 πίνακες κατέκλυσαν τα γραφεία της εφημερίδας και πώς οργανώθηκε η καύση κοντά στο Reading, η οποία δημοσιεύθηκε την ημέρα του Halloween.

Και εδώ υπάρχει μια υπέροχη ειρωνεία.

Η Sun είχε μαζέψει τους πίνακες για να τους κάψει και να «σκοτώσει» την κατάρα. Μόνο που το βασικό χαρακτηριστικό της κατάρας ήταν ακριβώς ότι… ο πίνακας δεν καιγόταν.

Το θέμα δεν έμεινε μόνο στην τηλεοπτική αναπαραγωγή του θρύλου. Το 2010 ο Βρετανός Steve Punt το ερεύνησε για το BBC Radio 4 και πήγε αντίτυπο στο Building Research Establishment, όπου έγινε δοκιμή με φωτιά. Η πιθανή εξήγηση ήταν εντυπωσιακά απλή: προστατευτικό βερνίκι με επιβραδυντική δράση στη φωτιά, ενώ το κορδόνι μπορούσε να καεί πρώτο, ρίχνοντας τον πίνακα με την όψη προς το πάτωμα και προστατεύοντάς τον περαιτέρω.

Δηλαδή, πίσω από ένα από τα διασημότερα «παραφυσικά» φαινόμενα της βρετανικής λαϊκής κουλτούρας μπορεί να βρίσκονταν απλώς τα υλικά, η φωτιά και η βαρύτητα.

Μόνο που αυτό δεν είναι τόσο καλή ιστορία.

Η κατάρα είναι.

Και τότε σκέφτηκα το Μένοικο

Αν όμως όλη αυτή η ιστορία δεν είχε ξεκινήσει στην Αγγλία αλλά στην Κύπρο του 1985, τι θα κάναμε; Θα μαζεύαμε άραγε 2.500 πίνακες για να τους κάψουμε;

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος.

Μάλλον θα πηγαίναμε στο Μένοικο.

Στον Ιερό Ναό των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, που έχει συνδεθεί βαθιά στη λαϊκή θρησκευτική συνείδηση της Κύπρου με ανθρώπους που αναζητούν πνευματική βοήθεια απέναντι στη βασκανία και σε όσα θεωρούν «μάγια». 

Και μπορώ σχεδόν να φανταστώ τη σκηνή: ένας Κύπριος να μπαίνει στο Μένοικο με το παιδάκι που κλαίει κάτω από τη μασχάλη και να λέει:

«Πάτερ, εν καίεται.»

Οι Άγγλοι το έστειλαν στη Sun.

Εμείς πιθανότατα θα το πηγαίναμε στον Άγιο Κυπριανό.

Και ίσως αυτή η μικρή διαφορά να λέει περισσότερα για τις δύο κοινωνίες από όσα λέει ο ίδιος ο θρύλος. Στην Αγγλία ο φόβος μετατράπηκε σε πρωτοσέλιδο και δημόσια πυρά. Στην Κύπρο, πιθανότατα, θα περνούσε μέσα από την πίστη, τη λαϊκή παράδοση και εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου το θρησκευτικό βίωμα συναντά τη δεισιδαιμονία.

Τελικά, η μεγαλύτερη κατάρα ήταν η ιστορία

Γιατί, πέρα από τον θρύλο, υπάρχει μια απλή πραγματικότητα. Οι συγκεκριμένες εικόνες είχαν πουληθεί σε τεράστιους αριθμούς. Όταν ένα αντικείμενο κρέμεται σε εκατοντάδες χιλιάδες σπίτια, κάποια από αυτά κάποτε θα πιάσουν φωτιά.

Αν 100.000 σπίτια με το Crying Boy δεν καούν, αυτό δεν αποτελεί είδηση. Αν όμως καεί ένα και μέσα στα αποκαΐδια βρεθεί το παιδάκι σχεδόν άθικτο, έχεις πρωτοσέλιδο. Και μόλις το πρωτοσέλιδο γίνει φόβος, αρχίζουμε όλοι να θυμόμαστε τις συμπτώσεις που επιβεβαιώνουν την ιστορία.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό μυστήριο του Crying Boy. Όχι γιατί δεν καιγόταν, αλλά πόσο εύκολα καιγόταν η φαντασία μας.

Σαράντα ένα χρόνια αργότερα, πάντως, εμένα με ενδιαφέρει κάτι άλλο.

Κάποια αντικείμενα εξαφανίζονται από τη ζωή μας τόσο αθόρυβα, ώστε μόνο όταν τα ξαναδούμε καταλαβαίνουμε ότι κάποτε βρίσκονταν παντού. Τα σεμέν μαζεύτηκαν. Οι βιτρίνες άλλαξαν. Τα «καλά» ποτήρια είτε χρησιμοποιήθηκαν επιτέλους είτε πετάχτηκαν. Τα σαλόνια που ανοίγαμε μόνο για τους επισκέπτες έγιναν open plan.

Και κάποια στιγμή, χωρίς να το προσέξουμε, κατέβηκε από τον τοίχο και το παιδάκι που έκλαιγε.

Δείξτε όμως σήμερα αυτή την εικόνα σε έναν Κύπριο μιας κάποιας ηλικίας. Δεν θα σας πει Bragolin. Δεν θα σας πει Rotherham. Δεν θα σας πει Britain’s X-Files. Και μάλλον δεν θα γνωρίζει τίποτε για τους 2.500 πίνακες που έγιναν στάχτη στην Αγγλία το 1985.

Θα κοιτάξει το παιδί, θα χαμογελάσει και θα σας πει:

«Μα τούτον είχαμεν το σπίτι μας.»

Στην Αγγλία έγινε κατάρα.

Στην Κύπρο έγινε μνήμη.

Πηγές: David Clarke, Tears for Fears – The Curse of the Crying Boy, έρευνα για την εκστρατεία της Sun και τη μαζική καύση του 1985./Britain’s X-Files, Season 1, Episode 4 ενότητα Crying Boy/BBC Radio 4, Punt PI, Series 3, Episode 4/The Curse of the Crying Boy δοκιμή στο Building Research Establishment.

Ο Κρίστοφερ Σταύρου Πιτσιλλίδης είναι ιστοριοδίφης και ερευνητής της συλλογικής μνήμης της Κύπρου. Μέσα από τη σειρά «Παλαιολόγιο» αναδεικνύει άγνωστες και λησμονημένες πτυχές της κυπριακής ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν με τον μοναδικό του τρόπο.